ένα κορίτσι, με ξυπόλητα πόδια

Σε ένα ψυχικό φυσικό τοπίο, πολύ μακριά από τον ανόητο κόσμο, ανοίγεται γαλανή η απέραντη θάλασσα και ένα κορίτσι, με ξυπόλητα πόδια, κατεβαίνει χοροπηδώντας μία ξύλινη ανεμόσκαλα και καθώς τα δάχτυλά της φθάνουν την άμμο, πέφτει πάνω σε έναν μυστηριώδη Θαλασσινό, που ξέρει όλα τα ψάρια του βυθού με τα ονόματά τους και ξεχωρίζει πανεύκολα από πολύ μακριά τα πλοία που σαλπάρουν, από τα φουγάρα τους.
 Πρώτο θαλασσινό ταξίδι: πάντα να τραγουδάς αυτό που θές ...;
 Με το ένα-δύο-τρία
 Ρίχνω την καρδιά μου στο πηγάδι/να γενεί νερό να ξεδιψάσεις/Σπέρνω την καρδιά μου στο λιβάδι/να γενεί ψωμάκι να χορτάσεις/Στη φωτιά τη ρίχνω την καρδιά μου/τα χεράκια σου έλα να ζεστάνεις/Στον αγέρα ρίχνω την καρδιά μου/να γενεί δροσούλα ν' ανασάνεις ...;

«Αυτόν θέλω να παίξει μαζί μου» φωνάζει χαρωπά το κορίτσι και δείχνει με το κατακόκκινο νυχάκι της τον άνδρα των νερών. Και αφού τον διαλέξει και του δέσει φιόγκο τα μάτια με ένα μεταξωτό πολύχρωμο μαντήλι, τον φέρνει σβούρα τρεις φορές και ύστερα τον σκορπίζει στο τοπίο της.
«Βρες με αν μπορείς» ουρλιάζει με τα χέρια στη μέση προκλητικά το σύνθημά της, και ο άνδρας δειλά-δειλά απλώνει τις δουλεμένες παλάμες του μες το παιχνιδιάρικο σκοτάδι για να ψάξει τούτη τη μικρή.
Μα το κορίτσι είναι  ίδια αεικίνητη σβούρα, είναι τα άλογα και ο μύλος και η μεγάλη φωτεινή κούνια του λούνα-παρκ, και καθώς τρέχει, και χορεύει,και τραγουδά γύρω από τον άνδρα, γελάει με μια μοναδική παιδική ευχαρίστηση, και ύστερα πέφτει για λίγο και κυλιέται στην αρχή της θάλασσας, σαν χείμαρρος που φτάνει με ορμή τα ανοικτά πλάτη τούτης της θάλασσας, σαν ξωτικό που παίζει σε παλιούς κορμούς δέντρων, σα στρόβιλος που φανερώνει τα απίθανα και τα σπάνια. Και καθώς ο άνδρας βαδίζει στα σκοτεινά, το μικρό κορίτσι με έναν πήδο βρίσκεται άξαφνα πίσω από την τεράστια πλάτη του, και αφού του βγάλει με φόρα το παλιό καπέλο, με τα δάχτυλά της καλύπτει απαλά τα βαθειά μάτια του άνδρα· «λα λαλαλα λαλαλα.λα, λα λαλαλα λαλαλαλα λα», του ψιθυρίζει στο αυτί και αργά-αργά ανοίγει ένα-ένα τα κόκκινα και λευκά δάχτυλά της. Και ο τυφλός άνδρας αρχίζει να βλέπει θαμπά  μέσα από δυο λευκά κοριτσίστικα δάχτυλα, όσα αφήνουν 10 μόνο μικρά δάχτυλα να αποκαλυφθούν από τον κόσμο ενός κοριτσιού.
Δεύτερο θαλασσινό ταξίδι: πάντα να ζωγραφίζεις αυτό που θες
Σου ζωγραφίζω με την άκρη του ποδιού μου μια μικρή γοργόνα πάνω σε θαλασσινή άμμο. Χάζεψε τούτη τη γοργόνα- πολλά φεγγάρια νομίζω πως είναι ίδια εγώ, έτσι όπως βγαίνει από τα νερά και πέφτει πάνω σε μυστηριώδεις ταξιδιώτες που την ρωτούν αν ζει ο Αλέξανδρος.
Ζει, δε ζει, με αγαπά, δεν με αγαπά, αλήθεια, ψέματα, η ψυχή, η καρδιά· πόσο βαριέμαι τις ερωτήσεις ...;
Εγώ σε διάλεξα να με αγαπήσεις. Εγώ σε διάλεξα να είσαι αυτός που θέλω να με αγαπά. Και συ τώρα πρέπει να μου απαντήσεις: Έτσι όπως με αφήνω να αχνοφέγγω μπρος σου, τι διακρίνεις από εμένα;
Ψηλάφησέ με, αν μπορέσεις, κομμάτι-κομμάτι, εκατοστό-εκατοστό, στο επιτρέπω φτάνει να μπορείς. Και ύστερα ένωσε τα κομμάτια, άθροισε τα εκατοστά, βρήκες το δρόμο; Είδες την εικόνα της ψυχής μου; Που είναι δύσκολη και για αυτό δύσκολα ανοίγει και πιο δύσκολα μένει ανοικτή.
Κοίτα με μέσα από τις γρίλιες των χεριών μου. Βλέπεις στο μισοσκόταδο; Να, το μικρό μου περιβόλι με τα λουλούδια αριστερά ένα-ένα μπορώ να τα ξεριζώσω και να τα ξαναφυτέψω για χάρη σου ή για πλάκα, δεν ξέρω τι θέλω από τα δυο- και πιο κάτω η θάλασσα και οι αγροί μου, να, όλοι και όλες απλώνονται μπροστά σου, και τα αμπέλια και οι πλαγιές μου στο βάθος. Βρες ένα όνομα για κάθε μέρος μου, βάφτισέ το, κάνε μια ωραία τελετή και στο τέλος της άσε με να σου αποκαλύψω ότι ένα είναι το όνομα που ταιριάζει σε όλα τα μέρη μου, το ίδιο όνομα, ελεύθερη.
Τρίτο θαλασσινό ταξίδι: πάντα να ενεργείς αυτό που θες.
Ένας άνδρας με σηκωμένους ναυτικούς γιακάδες και πλεκτό γκρι κασκόλ, όμορφος και δυνατός στέκει και καλύπτει με το σώμα του ένα μικρό κορίτσι. Και καθώς ανοίγει τα χέρια του για να την πάρει αγκαλιά, της ζητά το απέραντο φιλί.
«Το απέραντο φιλί μου είναι η ίδια η ψυχή μου» θα πει το κορίτσι.
Το απέραντο φιλί μου είναι η ίδια η ψυχή μου
«Το απέραντο φιλί σου είναι τα κόκκινα χείλη σου» θα πει ο Θαλασσινός μας.
«Το απέραντο φιλί σου είναι ένα φρεσκοβαμμένο σπίτι, με δυο ορόφους και κεντρική θέρμανση, είναι τραπέζια με πολλά παιδιά, έτσι είναι η ζωή των ανθρώπων στον κόσμο. Σε διαλέγω για να ζήσω αυτή την κανονική, ήσυχη ζωή. Με τη μπότα μου σου ζωγραφίζω τη ζωή σου. Και ύστερα μπορώ να τη σβήσω και να την ξαναφτιάξω, όπως εγώ θέλω για σένα. Αυτό σου προσφέρω, μια ζωή για σένα από μένα.
Μα τούτο το κορίτσι είναι η ίδια η ψυχή, μια ψυχή ποιητική, ρευστή και απροσδιόριστη, έξω από το μέτρο, ελεύθερη σαν αερικό και νεράιδα, ασυμβίβαστη, αληθινή, μαγευτική και ταυτόχρονα τρομακτική, μια ψυχή που δεν υποτάσσεται ντυμένη στα άσπρα σα νυφούλα...καθώς ανεμίζει πάνω σε μια ναυτική ανεμόσκαλα...
Και τέλος ο προορισμός: πάντα να γυρνάς στην αρχή ελεύθερα
Τρία ταξίδια ήρθα μαζί σου και γύρισα πίσω μονάχη, γιατί φοβάμαι πολύ μήπως  χαθώ στη ζωή του κόσμου, καθώς εσύ θα με σβήνεις και ύστερα θα με γράφεις όπως εσύ θες. Είμαι φωτεινή μα και σκοτεινή ταυτόχρονα, σταθερή και αμετακίνητη κι ωστόσο συχνά τόσο ευμετάβολη, επηρμένη και ταπεινή, σύμβολο της αλήθειας αλλά κι επιρρεπής στο ψέμα, σάρκα και ιδέα, άνθρωπος αλλά και ψυχισμός.
Αποδημώ και επιστρέφω, οδοιπορώ και κάθομαι κουλουριασμένη. Δες με και κατάλαβέ με. Αυτό σου ζητώ. Για να σε βρω πρέπει να φύγω και ύστερα να επιστρέψω σε σένα ελεύθερα. Για να με βρεις, πρέπει να μπαρκάρεις, και ύστερα να επιστρέψεις στην αρχή μου - ελεύθερα.
Είναι κυκλικά τα ταξίδια της ελεύθερης ψυχής, φθάνει να γίνονται ελεύθερα.
Η ψυχή, μια "Ελένη" που επιστρέφει αγνή στο σπίτι της, αφού έχει καταφέρει να μείνει αθώα.
Και ο Θαλασσινός αφού κοίταξε για πρώτη φορά την ψυχή του κοριτσιού είπε «Ζωγράφισέ μου την ψυχή σου, σα μια μικρή γοργόνα που όταν τη δω θα της πω πως ζει ο Αλέξανδρος, και ύστερα θα την πάρω μαζί μου  σε όλα τα ταξίδια μου».
Χάνεται η ψυχή;


Της Νίκης Κόλλια