Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2013

ανάμεσα σε ανθρώπους, πολλούς


ανάμεσα σε ανθρώπους, πολλούς























Εκείνο το μικρό ξενοδοχείο δεν μύριζε ενοχές. Το δωμάτιο ήταν ζεστό, τα σεντόνια στο κρεβάτι καθαρά και μύριζε την προσμονή της πρώτης μας φοράς. Κάθισε στη μια απ’ τις δύο μικρές πολυθρόνες δίπλα στην μισάνοιχτη μπαλκονόπορτα. Έκλεισα την κουρτίνα και κάθισα στην άλλη απέναντι της. Ανάψαμε ένα τσιγάρο απ’ τα δικά της. Έγειρα και την φίλησα ξανά. Τα μάτια της είχαν το χρώμα της μοναξιάς. Μιας μοναξιάς, ανάμεσα σε πολλούς ανθρώπους..

Κάθισε σταυροπόδι κι έγειρε λίγο μπροστά. Λίγο. Ίσα για να μπορέσω να μυρίσω τι μυρωδιά έχει ο ιδρωμένος έρωτας όταν γεννιέται. Όχι απ τα κορμιά αλλά απ τις ζωές μας..

"Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό,
στάλα τη στάλα συναγμένο απ το κορμί σου,
σε τάσι αρχαίο μπακιρένιο αλγερινό,
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν"

Γελούσε από ευτυχία ψιθυρίζοντας τους στίχους της Φάτα Μοργκάνα.
Τι ομορφιά που έχει ο έρωτας όταν ανθίζει από ευτυχία!..

- Θα μ αγαπάς για πάντα;
- Τι θα πει για πάντα; ρώτησα.
- Να μη χρειαστεί ποτέ να πεις τη λέξη κάποτε
- Γιατί να πω τη λέξη αυτή;
-  .. Άστο.. έτσι μου ‘ρθε να πω!

Αχ (!!) Πόση αμηχανία έχει ο έρωτας όταν κρέμεται από υποσχέσεις!.. 
Πήρε την παλάμη μου και την έβαλε πάνω στο γυμνό στήθος της.

- Βλέπεις δεν ταιριάζουμε. Μια γυναίκα και ένας άντρας ταιριάζουν αν το στήθος της χωράει ακριβώς στην παλάμη του.. Δεν μίλησα αμέσως. Έγειρα πάνω της και ρούφηξα τα χείλη της.

- Ρε χαζό δεν ισχύει αυτό. Τα κορμιά ξέρουν. Κοίτα τα κορμιά μας. Η κάθε καμπύλη σου είναι φτιαγμένη για να ταιριάζει στη δική μου. Δες το. Τα κορμιά ξέρουν.

Τέντωσε το χέρι της κι έσβησε το φως του πορτατίφ πάνω απ’ το κρεβάτι. Σκοτάδι. Κι ύστερα την ένοιωσα, δεν την είδα. Πρώτα την ένοιωσα. Όπως ο λύκος το θήραμα. Πλησίασα με έναν αέρα που υπόσχεται θύελλες. Την έγδυσα κι ύστερα τη μύρισα αργά, σ’ όλο της το σώμα. Αυτή τη μυρωδιά κάτω απ το άρωμα. Η βασανιστική ισορροπία που παίζει με την μικρή φλέβα στο λαιμό. Άρωμα, γυναίκα. Γυναίκα άρωμα. Γυναίκα. Κι εγώ την έτρωγα αχόρταγα.. σα λύκος.

Όλα γίναν γρήγορα. Δεν θυμάμαι γιατί. Θυμάμαι πως την ήθελα ακόμα. Ήθελα κι άλλο. Άναψε τσιγάρο και το έβαλε στα χείλια μου. Τράβηξε το σεντόνι ως τα στήθια της. Το έσφιξε γύρω απ’ τις μασχάλες της σταυρώνοντας τα χέρια και γέλασε. Όχι. Δεν γέλασε. Μου άνοιξε ένα δρόμο για να περάσω από εκεί που δεν είχα περάσει ποτέ. Ο έρωτας. Η χαρά της ολοκλήρωσης, η χαλάρωση σαν γέλιο. Σαν το γέλιο της..

Ύστερα σούφρωσε τα χείλια της σαν να ξεστόμισε την πιο μεγάλη ζαβολιά της. Τι όμορφη που ήταν!

- Λοιπόν θα σου πω το πιο συγκλονιστικό πράγμα που έχω διαβάσει..
- Πες το.. (άκουσα λίγους στίχους του Κώστα Ουράνη απ’ την Αγάπη)

Έλαμπε. Σταύρωσε τα μακριά λεπτά της  πόδια γύρω απ’ τη μέση μου. Άπλωσε τα χέρια της σαν υπόσχεση, μισόκλεινε τα μάτια και γέλασε ξανά. Δυο μικρές ρυτίδες εμφανίστηκαν σε κάθε της μάτι. Ήμουν σίγουρος πως τη φοβόμουν χωρίς να ξέρω το γιατί. Πόσο όμορφη ήταν..

Πήγα ν’ ανοίξω το φως στο πορτατίφ, αλλά με σταμάτησε.

- Θυμάσαι τι χρώμα έχουν τα μάτια μου; με ρώτησε.
- Ναι, θυμάμαι. Έχουν το χρώμα απ το θολό της μοναξιάς μας.. Της μοναξιάς μας ανάμεσα σε πολλούς ανθρώπους..

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου