Ψέμα μου, στο όνομά σου 
έχω σταυρώσει ότι λαχτάρησα να συναντήσω 
πετάχτηκα από τον ύπνο μου, όμως, πάλι μπροστά μου να σου 
με τα όνειρα μου να κρατάνε το ίσο. 

Οταν δειλά σε πρωταγκάλιασα σε είχανε φασκιωμένο,
 
φτιαγμένο απ το υλικό που καίνε τα άστρα. 
Σε τάισα απ το αίμα μου για να μη πάει χαμένο, 
απ την αρχή κιόλας το τράβηξες στα άκρα. 

Πυροκαμμένο μαστόρι πάνω από σάρκινο μαγκάλι
 
δουλεύει την ψυχή μου απίκο κι ετοιμοπαράδοτη, 
την περιμένουν κάπου αλλού με μια παρθένα αγκάλη 
αδιάβατοι δρόμοι κι όρκοι απαράβατοι. 

Με ένα ζευγάρι φτερά που μ έβγαλαν απ τα νερά μου,
 
έγινα δέντρο λυτρωμένο από το χώμα κι αλύγιστο. 
Στα κατακέφαλα είχα κάτω τα ξερά μου, 
είδα το άφαντο και μύρισα το αμύριστο. 

Εκεί που μου δειξες πήγα και κουλουριάστηκα,
 
έφτιαξα σπίτι μου τα λόγια τα αφιλόξενα 
μάγια που δέσαν εμένα με τετράστιχα 
ξόρκια που τράβαγαν το κρύο, όταν αρρώσταινα 

Είδα κι απόειδα από παιδιά που δεν αντρώθηκαν,
 
όταν γελάστηκα και σου κανα και σκόντο 
Είδα και ζώα που από μόνα τους μαντρώθηκαν, 
γιατί παράτησαν το ψέμα τους στο φόντο. 

Εκεί που μου έδειξες ψέμα μου πήγα
 
κι είδα κήπους κρεμαστούς 
Είχε πολλά κουρασμένα δαιμόνια, 
είχε κι αγγέλους σκαστούς 

Φυτεμένα είχε όνειρα λίγα
 
κι αυτά με σάπιους καρπούς. 
Είχε βουνά με μαύρα χιόνια 
και φόντο πορφυρούς ουρανούς. 

Ψέμα μου, σάπιο σκαρί μου
 
βρήκες κι απάγκιασες σε άγρια στεριά. 
Στο μισοναρκωμένο πάνω βρέθηκες κορμί μου, 
τέλειο λάθος και μια βαθιά νυστεριά 
που μου πήρε τη χαρά ενός περήφανου πόνου 
και στης ζωής με πέρασε τα τρίσβαθα, 
κρυφό ταξίδι σαν κατάρα προγόνου 
σε μονοπάτια σκοτεινά και δύσβατα. 

Ρίζα κακιά που με μπάζει στα εσώτερα
 
για να βρω ένα κομμάτι μου αλέκιαστο 
κάνω επίκληση μέχρι και στα ωριμότερα, 
στο καλό, στο αιώνιο, στο αξέχαστο. 

Ρωτάω συνέχεια αυτά που εδώ και καιρό βουβαθήκαν,
 
τι με πλάνεψε και τι με λιγόστεψε, 
γιατί δε φώναξα για κείνα που από μπρος μου χαθήκαν, 
αφού η ψυχή μου ποτέ δε κιότεψε. 

Εκεί που μου δειξες ψέμα μου, βρέθηκα αθόρυβα
 
και είδα σημεία και τέρατα. 
Ζεματισμένα είδα νιάτα για δόλωμα 
να ψάχνουν λύτρωση μόνο στα απέριττα. 

Να προσκυνάνε θεούς φαρμακωμένα,
 
να σκύβουν το κεφάλι σε μια γη γριά, 
γιατί δε ξεραν ότι φυλάς τα λατρεμένα, 
σε μηδέν βαθμούς ζωής υπό σκιά. 

Κι ήσουν σα πρίγκιπας εκεί
 
κι από τη ζήλια μου για λίγο σκύλιασα. 
Επινες χρόνο από ασημένιο φλασκί 
και στο πήρα από τα χέρια, δε δείλιασα. 
Σε έπιασα απ' το λαιμό και σου ψιθύρισα στ αυτιά
Να πας στο διάολο, εγώ θα παω όπου έχει φωτιά.


ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΚΛΕΦΤΗ ΨΥΧΩΝ...