Παρασκευή 21 Ιουνίου 2013

ΙΟΑΝΝΑ ΜΙPS ΑΙΩΝΙΑ ΤΥΦΛΟΤΗΤΑ & ΑΝΤΡΑΣ

ΑΙΩΝΙΑ ΤΥΦΛΟΤΗΤΑ



Δεν κοιτάζω γύρω μου 
Τις γεμάτες ζάρες ψυχές 
Το σαράκι χορτάτο στο πάτωμα 
Τη μούχλα που τρέχει στους τοίχους
Τα μάτια που ικετεύουν λίγη στοργή
Τα στόματα που άηχα ανοιγοκλείνουν
Τα κουδουνίσματα σε σάπια σύρματα
Τα σκισμένα χαρτιά που με μουτζουρώνουν 
Τους δρόμους με τα σκυμμένα κεφάλια
Τις σφαλισμένες πόρτες με τα «ενοικιάζεται»
Τους πουλημένους έρωτες στημένους στις γωνίες

Δεν κοιτάζω μέσα μου, μη φανερωθούν οι φυλακές, 
τα ουρλιαχτά, οι δολοφονημένες μέρες, εγώ, εσείς, εμείς, 
οι νταβατζήδες με τα σχισμένα σώβρακα και τις γεμάτες τσέπες
που έχουμε θράσος ν’ αναπνέουμε αέρα των παιδιών μας.

Ημερησία προσωπική μου πρόβλεψη, η αιώνια τυφλότητα.
Κι έχω θυμό μέσα μου γαμώτο

-mips-

Άντρας


Δυο πρόσωπα τουλάχιστον!
Του αγριμιού και του θεριού.

Ψυχή μονάχα μία.
Παιδιού αμάθητου. 

-mips-

...tu non puoi capire cosa vuol dire bagnarsi i pensieri di Te!



Πορνογραφία η ποίηση.
Μόνο που το ξεγύμνωμα πιο ρεαλιστικό.
-mips-

Λύκε... Λύκε;

Λύκε... Λύκε;




Τι κι αν φύτρωσαν στο στήθος σου δάση. 
Λύκος είσαι και κρύβεσαι πίσω τους, δειλέ. 

-mips-

TO ΠΟΤΑΜΙ

Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2011

Το ποτάμι


Είναι μέρες τώρα που αναρωτιέμαι τι είναι ο άνθρωπος….
Είναι ποτάμι ορμητικό που σε συνεπαίρνει με τη δίνη του. Σε ξαφνιάζει με τη δροσιά του. Σε παρασύρει και νιώθεις πρόσκαιρη ευτυχία. Και μετά ανακαλύπτεις ξαφνικά πως το ποτάμι είναι θολό. Σε ρουφάει, σε παρασύρει,  σε καταπίνει και συ βουλιάζεις και χαίρεσαι. Δε θέλεις να σωθείς. Νιώθεις τις λάσπες του να κολλάνε επάνω στο κορμί σου και τις θεωρείς ιάματα. Βρωμίζεις και χαίρεσαι. Στον πάτο ξαπλώνεις και ηρεμείς. Τα πνευμόνια σου γεμίζουν θάνατο και χαίρεσαι. Λυτρώνεσαι από την απάθεια και κερδίζεις τη ζωή. Ελπίζεις να σωθείς. Ελπίζεις να χαθείς. Δεν ξέρεις τι ελπίζεις. Σε τι να ελπίζεις; Το ποτάμι είναι βρώμικο. Σε φτύνει. Σε ξερνάει. Δε μπορεί να ανεχτεί που το πλησίασες, που μπήκες μέσα του. Σε ρήμαξε και συ το νιώθεις σαν κομμάτι του εαυτού σου. Πως γίνεται; Εσύ ήσουν αέρινη. Δεν το ανεχόσουν το νερό. Καιρό στεκόσουν και κοίταζες τα ποτάμια να περνούν από δίπλα σου και δεν ήθελες ούτε το βλέμμα σου να σπαταλήσεις. Και τώρα; Γιατί να θέλεις να ξεδιψάσεις με απόνερα; Σκέψου… δεν είναι λογικό! Μα χωράει λογική, όταν σε άγγιξε η ψυχή του; Πενθείς… πενθείς και χάνεσαι για λίγα λασπωμένα απόνερα. Βουλιάζεις για μια ακόμα φορά και νιώθεις σταγόνα που σε ξέρασε το ορμητικό ποτάμι… και στάζεις… Στάζεις σταγόνες και συ…
Έτσι είναι ο άνθρωπος. Ποτάμι  θολό και βρώμικο… Μη ψάχνεις άλλο μέσα του. Τίποτα δε θα βρεις. Απογοητεύσου ήρεμα πια…  
mips

Κυριακή 16 Ιουνίου 2013

ΌΤΑΝ ΤΟ ΔΙΆΒΑΣΑ ΚΑΤΆΛΑΒΑ ΤΙ ΣΗΜΑΊΝΕΙ ΑΓΆΠΗ…

ΌΤΑΝ ΤΟ ΔΙΆΒΑΣΑ ΚΑΤΆΛΑΒΑ ΤΙ ΣΗΜΑΊΝΕΙ ΑΓΆΠΗ…


Για αυτό την αγαπάω την ζωή. Γιατί είναι τόσο απρόσμενη. Γιατί ενώ νομίζεις πως τα ξέρεις όλα (!) ένα αγαπημένο σου πρόσωπο σου στέλνει το παρακάτω κείμενο. Και τότε; Τότε τι; Γεμίζουν τα μάτια σου δάκρυα. Η αγάπη πλυμμυρίζει κάθε σου κύτταρο. Σε κάνει πιο ζωντανό από ποτέ.
Αν δεν έχεις διαβάσει το παρακάτω κείμενο τότε σίγουρα δεν έχεις νιώσει τι σημαίνει ξάφνιασμα. «Μα είναι δυνατόν; » Αναρωτήθηκα. «Νόμιζα πως ήξερα να αγαπώ».
Μάλλον τελικά διαψεύστηκα. Γιατί αν αγάπη είναι το παρακάτω κείμενο τότε ούτε καν την έννοια της αγάπης έχω αγγίξει… διάβασε το. ΑΞΙΖΕΙ.
«Η αγάπη δεν είναι κατα περίσταση, η αγάπη είναι άνευ όρων, δεν παζαρεύει δούναι και λαβείν, η αγάπη είναι έξοδος γιατί το εγώ το κάνει εσύ και σε λυτρώνει.
Στην αναμέτρηση ανάμεσα σε σένα και μένα αναμετρήθηκε ο εγωϊσμός μου με το σύμπαν. Αρχίζω να το αναγνωρίζω ύστερα από τόσες μάχες και τόσους τραυματισμούς πως η δόξα του πολέμου είναι η συμφιλίωση κι η δόξα του νικητή η υποταγή. Η ευγενική υποταγή όπως του βράχου που από σθένους περίσσια σκύβει και πλένει με θάλασσα τα πόδια της στεριάς.
Όχι καλή μου αγάπη, εσύ δεν τελειώνεις, το τέλος σου δεν έχει τελειωμό. Τα πράγματα δεν τελειώνουν έτσι εύκολα όπως το λέμε, τα πράγματα μεταλλάσσονται κι εγώ τώρα μεταλλάσσω τον απάνθρωπο έρωτά μου, σε αγάπη φιλάνθρωπη.
Δεν θέλω να μιλώ άλλο για μένα. Οι λέξεις είναι φυλακή, κατακρατούν τα δεύτερα και τους ξεφεύγει το κύριο που πετά πέρα σαν ήχος καμπάνας που σε τίποτα δεν φυλακίζεται. Οι λέξεις ταριχεύουν το ζωντανό και δεν το αφήνουν να περπατήσει.
Σ’ αγαπώ πια τόσο που δεν σ’ εχω ανάγκη. Σ’ αγαπώ τόσο που σε απαλλάσσω από μένα. Σ΄αγαπώ αληθινά και δεν φοβάμαι. Κατόρθωσα πραγματικά να μη σε φοβάμαι!
Ο φόβος σου ήταν πανίσχυρος. Με φόβο γεννηθήκαμε, με φόβο ανατραφήκαμε, τίποτα σχεδόν δικό μας δεν είναι ελεύθερο κι είναι δύσκολο να ξαναγεννηθούμε. Λεγεώνες μέσα μας και λεγεώνες προγόνων πίσω μας φοβούνται. Ελευθερία είναι η νίκη του φόβου και τον φόβο η φιλαυτία μας τον σπέρνει. Από πάνω της περνά η πύλη που βγάζει στη ζωή την αληθινή κι άλλον τρόπο δεν έχουμε. Άλλο τρόπο δεν έχω για να ζήσω: να σ’αγαπώ άφοβα, ελεύθερα.
Αγαπώντας σε να υπάρχω, τι να τα κάνω τα ίχνη…
Να σε αγαπώ άφοβα, ελεύθερα! Αρχίζω να εμπιστεύομαι την ζωή και να μην έχω αγωνία. Ζωή δεν είπαμε πως είναι το άλλο όνομα της αλήθειας;
Οι λέξεις είναι ξένα σώματα. Μ’ ενοχλούν. Μπορώ πια να σωπάσω.»
της Μάρως Βαμβουνάκη.
Ισως οι λέξεις να μην λένε τίποτα. Ίσως να λένε και τα πάντα… ίσως σε κάνουν να δεις τι είναι πραγματική αγάπη… ίσως πάλι δεν καταλάβεις ποτέ σου. Εγώ κατάλαβα. Και τώρα πια Σ΄αγαπάω… τώρα ναι…

Σάββατο 8 Ιουνίου 2013

Maria Ioanna Mips Τα «γιατί» του κόσμου

Τα «γιατί» του κόσμου

Είναι φορές που γελάω
Χωρίς να ξέρω γιατί
Είναι φορές που μιλάω
Χωρίς να ξέρω «γιατί»
Είναι φορές που ρωτάω
Χωρίς να ξέρω «γιατί»

Μα κάθε φορά που σκέφτομαι
Ψάχνω όλα τα γιατί του κόσμου
Κι αναρωτιέμαι «γιατί»

Κάθε φορά νιώθω τόσο μικρή
Μπρος στην αιωνιότητα
Κοιτώ παρελθόν και μέλλον
Ενώ στον χρόνο υπάρχει 
Μόνο το «τώρα»
Και το «πολύ αργά»

Μικρό αστέρι ο άνθρωπος
Μικρότερο εγώ
Ξέρω πια
Πως…

Κάθε φορά που γελάω 
Είναι γιατί κυλάω στο αίμα σου
Κάθε φορά που μιλάω
Είναι γιατί ακούω τις σιωπές σου
Κάθε φορά που κλαίω
Είναι γιατί και που σκοτείνιασα
- Μικρότερο αστέρι εγώ - 
Δεν έπεσα στο γήινο χώμα

Είμαι αυτή που δίπλα μου ζεις
Χωρίς να με βλέπεις
Είμαι αυτή που δίπλα μου μιλάς
Χωρίς να με ακούς
Είμαι αυτή που δίπλα μου γελάς
Χωρίς να με θυμάσαι

- Μα εγώ ξεχνώ και θυμάμαι
Και κλαίω όταν με συγχωρείς
Και επιστρέφω όταν μετανοείς
Και λυγίζω μόνο που ανασαίνεις -

Είμαι αυτή που όταν πεθάνω
Θα βρω λευκό στη ζωή μου
-mips-

Δευτέρα 3 Ιουνίου 2013

Προεπιτάφιος ωδή Ηλιακή

Προεπιτάφιος ωδή Ηλιακή  


Η Ζωή σε τάφο, λουλουδιών μου ψυχή,
στων αστέρων το ασύλληπτο χάνομαι,
νεκρωμένος προχωρώντας προς τη Γη.

Ουρανέ , καλέ μου και συ Μαύρη Οπή,
στο απέραντο, που χάνομαι, κρύψτε με,
αιωρούμενον τυφλόν, σε στροφορμή.

Μακρινή αγάπη, πεθαμένο κρασί,
ακατάλυτη ουσία της ύπαρξης,
εν τω τάφω , μετ’ εμού, έλα και Συ.

Των Αγγέλων σχήμα, πεταλούδα, ορμή,
προσγειώσου στο μηδέν, ω Μητέρα μου,
Συ που έδωσες αξία στο κορμί.

Γοερά θα κλάψω των ερώτων το φως
που στο μνήμα , εν τω άμα, τυφλώνεται,
εν αγνοία των νεκρών μου ηδονών.

Θεία πόνου άκρη, το τετέλεσται, ω!
θα φωνάξω, στεντορία, το τέλος μου
υπέρ πάντων όλων όσων αγαπώ.

Παρελθόν μου Μέγα, τεθλασμένη ζωή,
σκιερά η πορεία μας σήμερον,
στην ευθεία που εκλείπει η πνοή.

Μυροφόρες ώρες, ω της Άνοιξης φως,
ω ανθοί μου επαρμένοι στο έπακρον,
καν νεκρός , ενώπιόν σας δυνατός.

Δυνατός , εντέλει, ο του τέλους χορός!
Στροβιλίζομαι στο άπειρον ήρεμος,
ως αστέρας, εκ βαρύτητος, νεκρός.

Προσδοκώ το χώμα, ως ο σπόρος τη γη.
Ζωοφόρος είν’ ο θάνατος , Ήλιε μου,
αν αφήσεις πίσω αίμα ‘πο πληγή.

Με τα χρώματά σας, ανθοφόρες καρδιές,
αποθέστε με στο τέλειον σήμερα.
Στο λυκόφως προσδοκώ το λυκαυγές.
-.-

Άξιον εστί 
μακαρίζειν Σε, τον Θάνατόν μου,
τον επί της Γης διερχόμενον,
τον Ωραίον, ως το κάλλος του φωτός.

Άπειρη στιγμή! 
Καθαρμέ, ω Συ, του λογισμού μου,
Θάνατε, αξίωμα άγιον,
καλώς όρισες στο τέλος του παντός.

Όλως κραταιός, 
Συ καθήλωση του μέλλοντός μου,
όμορφος χτυπάς την καρδία μου
κι είμαι όμορφος κι εγώ, καν άψυχος.

Κράτα τη φωνή, 
που ζεστότατη στο πριν πλανιόταν,
κράτα την, ω θάνατε, κράτα την
στον ερχόμενον ας γίνει οδηγός.

Κι από τα του νου, 
τα των σπλάχνων επιτεύγματά του
σώσε προς τον νουν τον επόμενον.
Το αιώνιον τού νου αναλογεί.

Σώμα μου εσύ, 
διχοτόμε του χωρόχρονού μου,
σώμα υλικό και αιθέριο,
αναπαύσου, σκότος, στ’ έλλειμμα φωτός.

Σάρκες και οστά, 
λιγοχρόνια τεύχη του εγώ μου,
σκόνη του ανύπαρκτου αύριο,
ως αιώνιο εαυτό μου σας τιμώ. 

Όνομα μικρό, 
χαραγμένο πάνω στο σταυρό μου
συ, της ύπαρξης μου υπόλοιπον,
εν τιμή ας διανύσεις το κενό.

Γήινες πληγές, 
ουρανόφερτα φαντάσματά μου,
ηρεμήστε τώρα στο μνήμα μου, 
ότι έτεκεν το χάος το «καλώς».

Άνθρωποι εσείς, 
πολυποίκιλτα της Φύσης δώρα,
πίσω που θα μείνετ΄ολόφωτα,
σεις δοξάστε την επόμενη στιγμή.

Κι από τον νεκρό, 
τον ελάχιστο του κάτω κόσμου,
μην αναζητήσετε όνειρα.
Δεν ποθώ ο ταπεινός ν’ αναστηθώ.
-.-

Αι γενεαί ανθρώπων,
προστρέχουσι στο μέλλον,
ξεχνώντας σε, νεκρέ μου.

Αλλ’ όμως , ύπαρξή μου,
χαίρε, ότι επέστης 
ως φλέγον πεφταστέρι.

Χαίρε ότι εφάνεις
εν μέσω των ανθρώπων,
άνθρωπος στιγμιαίος.

Λαμπρύνου όνειρό μου
ότι εναπετέθεις
στου λόγου σου την όψη.

Και συ καρδία μόνη,
που μόνη αιμορραγούσες,
χαίρε, ότι εζούσες.

Εζούσες κι η ψυχή σου
ευφράνθη , ως θεότης
που γεύθηκε το όλον.

Ω γλυκυτάτη πόρνη,
ω Άνοιξη , ερωμένη,
εσύ ας με ηδονίσεις,

Εσύ ας με τυλίξεις
με τη χαρά του τέλους,
ω, Άνοιξη , ανθοφόρα.

Ανάμεσα στα άνθη,
το άνθος μου ας εκλείψει
την ώρα τού μη χρόνου.

Και μέσα στο μη χώρο
των ευγενών αστέρων 
το άρωμά μου ας μείνει.

Το άρωμά μου, μνήμη
στα εσώψυχα του κόσμου
-χαρά νεκρού ας γίνει-.

ΓΙΩΡΓΗΣ Π. ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗΣ
Από την ΠΥΡΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗ

Ο θησαυρός των αστεριών

Ο θησαυρός των αστεριών


Μια φορά και έναν καιρό ζούσε ένας γέρος ψαράς. Είχε ολόλευκα μαλλιά, μακριά γένια και μουστάκια, και δυο μεγάλα γαλανά μάτια. Φαινόταν τόσο καλός και τα χέρια του άγγιζαν το κάθε τι με τόση τρυφεράδα που έμοιαζε με άγγελο.
Ο γέρος αυτός είχε και ένα εγγονάκι, τον Καστανούλη. Ο Καστανούλης θαύμαζε τον παππού του πάρα πολύ και τον θεωρούσε τον πιο καλό παππού του κόσμου.
Ένα απόγευμα, ο παππούς και ο εγγονός αποφάσισαν να πάνε για ψάρεμα. Μπήκαν στη βάρκα και ξεκίνησαν.

Σιγά-σιγά βράδιαζε και η νύχτα φαινόταν μαγευτική.
Η θάλασσα ήταν ήσυχη. 
Ο παππούς τότε είπε: 
«Απόψε, παιδί μου, δε θα ρίξουμε τα δίχτυα. Είναι κρίμα να στερήσουμε τη ζωή από τα ζώα του βυθού. Ας αφήσουμε τη βάρκα να μας πάει όπου θέλει». 

Ξαφνικά, εκεί που κουβέντιαζαν, ο παππούς είδε έναν ασημένιο δρόμο που ξεκινούσε από το φεγγάρι και συνέχιζε στην θάλασσα. Ο παππούς είπε: 
«Γιόκα μου, αυτός είναι ο δρόμος της αγάπης»


Η βάρκα μόλις τον άκουσε έστριψε και άρχισε να κινείται πάνω στο δρόμο της αγάπης.
Ξαφνικά, ένιωσαν έναν τρίτο άνθρωπο μέσα στη βάρκα. 
Γύρισαν και είδαν μια όμορφη νεράιδα. Στα μαλλιά της είχε μια κορδέλα από φύκια, το φόρεμά της έμοιαζε με το ουράνιο τόξο και αντί για παντόφλες φορούσε δυο γυαλιστερά κοχύλια. 
Ο γέρο ψαράς την καλωσόρισε και της πρόσφερε ψωμί, τυρί και χταπόδι.
Η νεράιδα όμως του είπε: 
«Δεν έχουμε καιρό για φαγητό. Θα ρίξουμε τα δίχτυα σε λίγο αλλά κανένα ζωντανό δεν θα κινδυνεύσει. Μην ανησυχείτε».
Συνέχισε λέγοντας ότι ο δρόμος της αγάπης δεν τελειώνει ποτέ όταν ξαφνικά ένα λαμπερό αστέρι έπεσε από τον ουρανό και χάθηκε στη θάλασσα.
Η νεράιδα ρώτησε τον Καστανούλη: 
«Είδες το αστέρι;»
«Ναι», απάντησε ο Καστανούλης.
«Έχω δει πολλά τις νύχτες που δεν έχει φεγγάρι».
«Και ξέρεις που πάνε;», ρώτησε η νεράιδα.
«Πέφτουν»,. Απάντησε ο Καστανούλης.

Εκείνη τη στιγμή έφτασαν σε ένα παράξενο μέρος.
Ξαφνικά η βάρκα έγινε μεγάλη, ο παππούς έγινε μεγάλος και τα χέρια του έδειχναν πλασμένα από μετάξι και καλοσύνη. 

Η νεράιδα είπε στον παππού να ρίξει τα δίχτυα. Αντί όμως να ψαρεύουν ψάρια, ψάρευαν λαμπερά αστέρια. Η νεράιδα πήρε τα χέρια του παππού και τα φίλησε. 
Τους εξήγησε ότι
«Καθένα από αυτά τα αστέρια ήταν κάποτε ένα δάκρυ χαράς ή λύπης. 
Επειδή όμως κανείς δεν μπορούσε να τα δει, ο Θεός αποφάσισε αυτά τα δάκρυα να γίνουν άστρα, να φωτίζουν τον ουρανό και τις όμορφες νύχτες να πέφτουν στη θάλασσα. 

Μόνο τα χέρια ενός καλού ανθρώπου μπορούν να τα φέρουν στον κόσμο. Τότε η λύπη τους σβήνει και η χαρά τους λαμποκοπά.  
Οι ψυχές των καλών ανθρώπων μπορούν να τα δουν. 

Είναι ευλογημένα, γι' αυτό όταν οι άνθρωποι τα βλέπουν να πέφτουν και προλάβουν να κάνουν μια ευχή, η ευχή τους θα πραγματοποιηθεί.»

Αυτά είπε η νεράιδα για τον θησαυρό των αστεριών. 
Έπειτα έφυγε, και ο Καστανούλης πλησίασε τον παππού του με τη σκέψη ότι θα καταλάβει καλύτερα τα λόγια της νεράιδας όταν μεγαλώσει.

Πηγή: Pathfinder.gr